αναπόδοτος

αναπόδοτος
η , ο [ος , ον ]
1) неотданный, невозвращённый; 2) неоплатный; 3) непередаваемый, невыразимый; 4) непереводимый (на другой язык)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "αναπόδοτος" в других словарях:

  • ἀναπόδοτος — not given back masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναπόδοτος — η, ο (ΑΜ ἀναπόδοτος, ον) [ἀποδίδωμι] αυτός που δεν δόθηκε πίσω, δεν επιστράφηκε, ο ανεπίστρεπτος μσν. νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το αναπόδοτο(ν) ή ανανταπόδοτο(ν) ή ανακόλουθο(ν) σχήμα βλ. ανανταπόδοτος νεοελλ. αυτός που δεν μπορεί να αποδοθεί ή να… …   Dictionary of Greek

  • αναπόδοτος — η, ο 1. αυτός που δεν αποδόθηκε, δεν επιστράφηκε: Το βιβλίο που του δωσα μένει αναπόδοτο. 2. αυτός που δεν μπορεί να μεταφερθεί σε άλλη γλώσσα: Η φράση αυτή είναι αναπόδοτη στα ελληνικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναποδότως — ἀναπόδοτος not given back adverbial ἀναπόδοτος not given back masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπόδοτον — ἀναπόδοτος not given back masc/fem acc sg ἀναπόδοτος not given back neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναποδότοις — ἀναπόδοτος not given back masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναποδότους — ἀναπόδοτος not given back masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναποδότων — ἀναπόδοτος not given back masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπόδοτα — ἀναπόδοτος not given back neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπόδοτοι — ἀναπόδοτος not given back masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγύριστος — η, ο 1. (για τόπο) αυτός που δεν μπορεί κανείς να τόν γυρίσει, να τόν περιδιαβεί, ο εκτεταμένος, ο απέραντος 2. αυτός που δεν γύρισε, δεν επέστρεψε, δεν επανήλθε 3. αυτός που δεν επιστρέφεται ή δεν έχει επιστραφεί, ο ανεπίστρεπτος 4. αυτός που… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»